ισχνός

ισχνός
η , ό[ν]
1) худой, тощий, тонкий; слабый;

ισχνός άνθρωπος — тщедушный человек;

ισχνοί κλάδοι — тонкие ветки;

2) нежирный; постный;

ισχνό γάλα — нежирное молоко;

3) перен. жалкий, убогий; скудный;

ισχνή γη — скудная земля;

ισχνό βαλάντιο — тощий кошелёк


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Смотреть что такое "ισχνός" в других словарях:

  • ἰσχνός — dry masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ισχνός — ή, ό (ΑΜ ἰσχνός, ή, όν) 1. λιπόσαρκος, αδύνατος, λεπτός («ισχνά μέλη») 2. (για φωνή) σιγανός, άτονος νεοελλ. 1. λίγος, πενιχρός, ανεπαρκής (α. «ισχνός μισθός» β. «ισχνά αποτελέσματα» γ. «ισχνά μέσα») 2. αδύναμος, ανίσχυρος («ισχνά επιχειρήματα»)… …   Dictionary of Greek

  • ισχνός — ή, ό επίρρ. ά 1. λεπτός, αδύνατος, άπαχος: Ισχνό ζώο. – Ισχνός άνθρωπος. 2. άτονος, σιγανός: Ισχνή φωνή. 3. άγονος: Ισχνή γη. 4. πενιχρός, φτωχός: Ισχνό βαλάντιο. – Ισχνά οικονομικά μέσα. – Ισχνός μισθός. 5. απλός, λιτός: Ισχνό ύφος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἰσχνά — ἰσχνός dry neut nom/voc/acc pl ἰσχνά̱ , ἰσχνός dry fem nom/voc/acc dual ἰσχνά̱ , ἰσχνός dry fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἰσχνότερον — ἰσχνός dry adverbial comp ἰσχνός dry masc acc comp sg ἰσχνός dry neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ισχνεύω — [ισχνός] γίνομαι όλο και περισσότερο ισχνός, αδυνατίζω …   Dictionary of Greek

  • ἰσχνοτάτων — ἰσχνός dry fem gen superl pl ἰσχνός dry masc/neut gen superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἰσχνοτέραις — ἰσχνός dry fem dat comp pl ἰσχνοτέρᾱͅς , ἰσχνός dry fem dat comp pl (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἰσχνοτέρων — ἰσχνός dry fem gen comp pl ἰσχνός dry masc/neut gen comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἰσχνῶν — ἰσχνός dry fem gen pl ἰσχνός dry masc/neut gen pl ἰσχνόω make dry pres part act masc voc sg (doric aeolic) ἰσχνόω make dry pres part act neut nom/voc/acc sg (doric aeolic) ἰσχνόω make dry pres part act masc nom sg ἰσχνόω make dry pres inf act… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἰσχνόν — ἰσχνός dry masc acc sg ἰσχνός dry neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»